καταβασανίζω


καταβασανίζω
κατα-βασανίζω, (durch Foltern) ausforschen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καταβασανίζω — (AM καταβασανίζω) (επιτ. τ. τού βασανίζω) βασανίζω πολύ …   Dictionary of Greek

  • καταβασανισθέντων — καταβασανίζω examine thoroughly aor part pass masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβασανίζειν — καταβασανίζω examine thoroughly pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκτυραννώ — ἐκτυραννῶ ( έω) (Μ) 1. καταβασανίζω, καταταλαιπωρώ 2. καταβάλλω …   Dictionary of Greek

  • καταλυμαίνομαι — (AM καταλυμαίνομαι) καταστρέφω κάτι εντελώς, τό αφανίζω νεοελλ. μτφ. μαστίζω, καταβασανίζω …   Dictionary of Greek

  • καταπολιορκώ — καταπολιορκῶ, έω (Μ) 1. πολιορκώ στενά 2. μτφ. καταβασανίζω, λυπώ, στενοχωρώ …   Dictionary of Greek

  • καταταλαιπωρώ — (Μ καταταλαιπωρῶ, έω) ταλαιπωρώ κάποιον πάρα πολύ, καταβασανίζω, υποβάλλω σε πολλές ή φοβερές ταλαιπωρίες μσν. (ενεργ. και παθ.) βασανίζομαι από ταλαιπωρίες, καταθλίβομαι («δεσμοῑς ἀφύκτοις καταταλαιπωρήσας», Θεοφύλ. Σ.) …   Dictionary of Greek

  • κατατρύχω — (AM κατατρύχω) (επιτ. τ. τού τρύχω*) καταπονώ, καταβασανίζω, κατατυραννώ, ταλαιπωρώ («κατατρύχεται από ἔμμονες ιδέες»). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + τρύχω «καταπονώ»] …   Dictionary of Greek

  • κατατσακίζω — (Μ κατατσακίζω) (επιτ. τ. τού τσακίζω) 1. τσακίζω κάτι σε πολλά μικρά κομμάτια, καταθρυμματίζω, κατασυντρίβω, κατακομματιάζω 2. μτφ. κατακουράζω, καταπονώ, καταβασανίζω («τόν κατατσάκισε η δουλειά») 3. κατανικώ, κατατροπώνω μσν. 1. αθετώ,… …   Dictionary of Greek

  • σκοτώνω — Ν 1. θανατώνω, φονεύω (α. «σκότωσε τη γυναίκα του» β. «καὶ σκοτωμένους δυο απ αυτούς, πολλ άσκημα ευρήκα», Ερωτόκρ.) 2. μτφ. α) προκαλώ βαθιά θλίψη και πόνο, ταλαιπωρώ, σωματικά ή ψυχικά, καταβασανίζω (α. «με αυτό που μού είπες μέ σκότωσες» β.… …   Dictionary of Greek

  • κατατρώγω — και κατατρώω κατάφαγα, καταφαγώθηκα, καταφαγωμένος 1. καταβροχθίζω, καταδαπανώ: Κατάφαγε όλη του την περιουσία. 2. καταβασανίζω: Τον κατατρώει η ζήλια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.